Το Παγόνι στο Βάλτο

Ακολουθώντας το Γερόλυκο, πνιγμένο στην ντροπή του, το Παγόνι βγήκε μαζί του μετά από λίγο στην Αντίπερα Όχθη. Σύντομα τα πόδια του ξαναπάτησαν χώμα στεγνό και χορτάρι φρέσκο. Μετά τις πρώτες ανάσες άρχισε να νιώθει σιγά-σιγά να το ξυπνούν ευωδιές γνώριμες μα ξεχασμένες από κάθε λογής δέντρα και λουλούδια, ταξιδεμένες σε αέρα ανάλαφρο και καθαρό. Δεν πέρασε πολλή ώρα μέχρι ν’ αρχίσει να ζαλίζεται από την ομορφιά που ένιωθε με κάθε του αίσθηση. Ένας βαθύς αναστεναγμός ξέφυγε από το ράμφος του…

«Γεια σου, φίλε μου!», του είπε χαμογελώντας καλόκαρδα ο Γερόλυκος γυρνώντας πίσω ξαφνιασμένος από τον αναστεναγμό που άκουσε. «Είχα τόσο καιρό να σε δω στο Δάσος κι αναρωτιόμουν πού να είχες πάει… Δεν ήξερα ότι πλανιόσουν στο Βάλτο ψάχνοντας κι εσύ την Αντίπερα Όχθη!»
«Μα… » ψέλλισε απορημένο κι αμήχανο το Παγόνι, «δεν την έψαχνα…».
«Τι εννοείς δεν την έψαχνες, καλό μου παιδί; Όλοι την ψάχνουν! Υπάρχει ζώο που να γνωρίζει την ευφορία και τη γαλήνη που βρίσκεται εδώ και να μην την αναζητάει;!»

Δεν μπορούσε να εξηγήσει το Παγόνι στο Γερόλυκο πώς είχε ξεχάσει τα πάντα για την Αντίπερα Όχθη με την αηδία και τον τρόμο που ένιωθε από τη στιγμή που βρέθηκε μέσα στα λασπόνερα. Μόνο τον άφησε να τον οδηγήσει μέσα στο μικρό παράδεισο που ξεδιπλωνόταν μπροστά του. Έπλυνε τα φτερά του κάτω από κρυστάλλινους μικρούς καταρράκτες και έφαγε ξανά τροφή φρέσκια και θρεπτική. Άκουσε τραγούδια, τιτιβίσματα και βουίσματα χαράς μέσα από τα δέντρα και παραδόθηκε σε ύπνο γαλήνιο στη σκιά θάμνων φορτωμένων με ώριμους καρπούς.

Κι αφού ξύπνησε ευτυχισμένο το επόμενο πρωί, είδε τα γελαστά μάτια του Γερόλυκου δίπλα του και με έκπληξη τον άκουσε να λέει: «Λοιπόν; Γυρνάμε;» «Πού;!» «Μα στο Δάσος, φυσικά! Εκεί είναι οι φίλοι, η οικογένεια και ό,τι άλλο αγαπάμε!» «Μα πώς; Θα πρέπει να ξαναπεράσουμε μέσα από το Βάλτο!» «Ναι, παιδί μου, θα πρέπει να περάσουμε μέσα από το Βάλτο. Γιατί σε τρομάζει τόσο πολύ; Τίποτα κακό δεν μπορεί να σου συμβεί εκεί μέσα, αν θυμάσαι ότι είσαι απλώς περαστικός.»

Δείχνοντας εμπιστοσύνη το Παγόνι στα λόγια του Γερόλυκου για μια ακόμα φορά σύρθηκε πίσω του, και πάλεψαν μαζί με τις λάσπες, παρασύρθηκαν μαζί από τα αόρατα ρεύματα των βρώμικων νερών και δεν έχασαν στιγμή από τα μάτια τους ο ένας τον άλλο και οι δυο μαζί την όχθη που θα τους έβγαζε πάλι πίσω στο σπίτι τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s