Η Κηροποιός

Τα περισσότερα υλικά τα μάζευε μόνη της, κι όλοι θαύμαζαν τις δημιουργίες της κι απορούσαν πώς εκείνη η σκυφτή γριούλα, σχεδόν τυφλή, με παράλυτο το δεξί της χέρι και κουτσαίνοντας σε κάθε της βήμα κατάφερνε όχι μόνο να τα βγάζει πέρα, μα να δημιουργεί μικρά θαύματα στο μαγαζάκι της. Και κάθε φορά που έφτιαχνε καινούρια καλούπια και ετοιμαζόταν να γεμίσει ράφια, πατάρια και πατώματα με νέες δημιουργίες, όσες από τις παλιότερες είχαν απομείνει απούλητες τις χάριζε στους κατοίκους της γειτονιάς.

Έτσι είχε κάνει και το προηγούμενο βράδυ. Είχε κρατήσει το κηροπωλείο ανοιχτό μέχρι αργά, ώσπου όλοι οι φίλοι της να προλάβουν να περάσουν από εκεί και να πάρουν ό,τι είχε απομείνει. Κι όταν όλοι την ευχαριστούσαν και τη χαιρετούσαν φεύγοντας, από μέσα τους ανυπομονούσαν για τις ευωδιές και τα χρώματα που θα ξεχύνονταν το επόμενο πρωί από το μαγαζάκι, όταν θα ξεκινούσε η χρυσοχέρα κυρα-Λένα να πλάθει τις επόμενες δημιουργίες της. Αυτός ήταν και ο λόγος που κάποιοι ξαφνιάστηκαν κι άλλοι ταράχτηκαν βλέποντας την πινακίδα «Κλειστόν» να κρέμεται ακόμα έξω από την πόρτα αργά το επόμενο πρωί.

Οι ώρες της γκρίζας και τσουχτερής εκείνης μέρας περνούσαν αργά, κι όταν πλέον όλοι είχαν σχολάσει, αντί να γυρίσουν σπίτι τους, μαζεύτηκαν ανήσυχοι στο σπίτι της Ελισάβετ, που έμενε ακριβώς επάνω από το μαγαζάκι και μερικές φορές φίλευε την κυρα-Λένα ένα πιάτο φαγητό, όσο εκείνη δούλευε ακούραστα από το πρωί μέχρι το βράδυ.

«Η κυρα-Λένα εχθές έχασε και το τελευταίο που της είχε απομείνει…»

«Μήπως να πηγαίναμε σπίτι της να δούμε μην έχει πάθει κάτι;» πρότεινε πρώτος ο Ηλίας, για να ανακαλύψουν αμέσως μετά ότι κανείς δε γνώριζε πού μένει.
«Μήπως να τηλεφωνούσαμε σε κάποιον δικό της; Κάποιον να ειδοποιήσουμε!», αντιπρότεινε η Μάρθα, για να συνειδητοποιήσουν ότι δε γνώριζαν, πέρα από το νεκρό γιο, την ύπαρξη κανενός άλλου συγγενή της κυρα-Λένας.
«Να ειδοποιήσουμε την αστυνομία!»
«Να καλέσουμε ασθενοφόρο!»
«Να ψάξουμε- »
«Μάταια θα τα κάνετε όλα αυτά για τη γριούλα,» τους διέκοψε απότομα αλλά με ηρεμία η Ελισάβετ.

Οι υπόλοιποι σώπασαν . Η γυναίκα ήθελε να συνεχίσει, όμως για λίγο η συγκίνηση τη συνεπήρε κι επικράτησε σιωπή. Το δωμάτιο ήταν φωτισμένο από τη μια και μοναδική φλογίτσα που έκαιγε σε ένα μικρό τραπέζι στη γωνία του καθιστικού – το κεράκι που είχε πάρει από το κηροπωλείο το προηγούμενο βράδυ η Ελισάβετ έλαμπε σα μικρός προβολέας και ευωδίαζε νυχτολούλουδο και γιασεμί. Μόλις συνήλθε η γυναίκα συνέχισε:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s