Ο Πειρατής και το Πιάνο

Η καρδιά του Λούκα χτυπούσε σαν τρελή καθώς πλησίαζε το μικρό χρυσό αντικείμενο, το οποίο φαινόταν να στέκεται σε μια πλατιά προεξοχή του βράχου πάνω από τη στάθμη του νερού… Κι αναθάρρησε ακόμα περισσότερο πλησιάζοντας, γιατί πρόσεξε ότι το χρυσό αντικείμενο δεν ήταν ένα, αλλά τρία! Κολυμπώντας γρήγορα σκαρφάλωσε στην προεξοχή και άπλωσε το χέρι του για να τα αρπάξει, φαίνονταν όμως καλά σφηνωμένα σε κάτι μεγάλο και συμπαγές. Ψηλαφώντας ο Λούκας βγήκε από το νερό και έκπληκτος άρχισε να εξερευνά το τεράστιο κομμάτι ξύλου που βρισκόταν μπροστά του. Δεν άργησε να βρει το καπάκι και να το σηκώσει. Και τότε τα μάτια του αντίκρισαν ένα μακρύ ασπρόμαυρο μωσαϊκό από τέλεια ευθυγραμμισμένες λωρίδες ξύλου. Μπροστά του βρισκόταν ένα Πιάνο!

Ο καινούριος του θησαυρός παραήταν μεγάλος…

Μακάρι να υπήρχαν λέξεις για να περιγράψουν την άγρια χαρά που πλημμύρισε το Λούκα, όταν κατάλαβε τι ήταν ο θησαυρός που είχε στα χέρια του. Αρκεί όμως να σας πω ότι η μουσική ήταν, κατά συχνή ομολογία του, η μεγαλύτερή του αγάπη, κι ήταν πολύ άτυχος που ο τρόπος ζωής του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί μαζί της, να μάθει κάποιο μουσικό όργανο και να συμμετέχει ισάξια στις μικρές μπάντες των ναυτικών στα παραθαλάσσια χωριά, οι οποίοι κάθε βράδυ μαζεύονταν στις ταβέρνες δίπλα στο κύμα κι έπιναν παίζοντας και τραγουδώντας μέχρι το πρωί μελωδίες γνωστές μα και δικές τους. Τους ζήλευε ο Λούκας για τις γνώσεις και το ταλέντο τους και πάντα αισθανόταν μειονεκτικά κάθε φορά που απλώς τους σιγοντάριζε στο τραγούδι, κι ας του έλεγαν όλοι πόσο καθαρή και ωραία φωνή είχε.

Η Θάλασσα όμως ποτέ δεν τον είχε απογοητεύσει, και να τώρα που του χάριζε απλόχερα ό,τι χρειαζόταν για να κάνει το μεγάλο του όνειρο πραγματικότητα. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Πειρατής μας άρχιζε να ψηλαφίζει τα πλήκτρα, διστακτικά στην αρχή, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στη συνέχεια, όσο άκουγε το Πιάνο να υπακούει στο αυτί του και να βγάζει τις μελωδίες που του ζητούσε. Κι ήταν τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός του, που και το χρόνο που περνούσε ξέχασε, και την πείνα, και τη νύστα… Δεν ήθελε να το αφήσει με τίποτα το Πιάνο, και πριν φύγει μάλιστα εξουθενωμένος για το πλοίο του, αποφάσισε να χαράξει το όνομά του στο ηχείο του οργάνου με το μαχαίρι που πάντα κουβαλούσε μαζί του, ώστε να είναι σίγουρος πως κανένας άλλος τυχαία περαστικός πλιατσικολόγος δε θα του το έκλεβε – εξάλλου ήταν γνωστό σε όλους πόσο ενελέητος μπορούσε να γίνει απέναντι στους εχθρούς του, και κανείς δεν αποφάσιζε εύκολα να τα βάλει μαζί του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s