Τζέιμι & Τζέινι

Η πρώτη αστραπή φάνηκε στον ορίζοντα, όταν ο Λούκας αντίκρυσε την τρισευτυχισμένη σύζυγο του Μανουέλ, η οποία δεν ήταν άλλη από τη σαλεμένη ιθαγενή στην οποία είχε αφήσει τον Τζέιμι τόσα χρόνια πριν. Καθώς ο πιανίστας έπαιζε άλλοτε ζωηρές και άλλοτε ατμοσφαιρικές μελωδίες στο τεράστιο πιάνο με ουρά που είχε εγκαταστήσει ο Μανουέλ στη μεγαλύτερη σάλα της έπαυλής του, άκουγε με ανοιχτό το στόμα ο Λούκας πώς, λίγο αφότου άφησε το νησάκι με την Τζέινι παραμάσχαλα, κατέφτασαν ιεραπόστολοι από το Βατικανό, ίδρυσαν σχολεία και σιγά-σιγά άρχισαν να εκπολιτίζουν και να μορφώνουν τους ντόπιους, μεταλαμπαδεύοντας τις γνώσεις και τις δεξιότητες των Δυτικών σ’ εκείνη την απομονωμένη γωνιά του κόσμου. Και ήταν τέτοιος ο ζήλος της γυναίκας, που πολύ γρήγορα άφησε το νησάκι της κι έφυγε για να σπουδάσει στις ακτές της Ευρώπης, όπου και γνώρισε κι ερωτεύτηκε το Μανουέλ!

Η βροντή μετά από μια τέτοια αστραπή ήταν αναμενόμενη. Ο κεραυνός όμως ήρθε αμέσως μετά, όταν τρεκλίζοντας από το δυνατό συνδυασμό έκπληξης και ρουμιού, ο Λούκας, με την Τζέινι παραμάσχαλα όπως και την τελευταία φορά που είχε δει τη γυναίκα, πιάστηκε από το πιάνο, στριφογυρίζοντας ολόκληρος και βλέποντας μπροστά στο κλαβιέ να παίζει ένας ακόμη παλιός του γνώριμος: ο Τζέιμι, το πιθηκάκι! Η αίθουσα σκοτείνιασε μεμιάς, ο αέρας λιγόστεψε, το στήθος του καημένου Λούκα συρρικνώθηκε σα να είχε καθίσει ελέφαντας πάνω του, και πανικός κατέκλυσε τη σάλα, που έβλεπε τον καλεσμένο του Μανουέλ να καταρρέει, αφήνοντας από τα χέρια του την Τζέινι, το ποτήρι του και τελικά και το πιάνο, για να σωριαστεί στο έδαφος…

Μια βδομάδα αργότερα, όταν οι γιατροί του επέτρεψαν να επιστρέψει στο πλοίο του, έμαθε για το πόσο είχε δεθεί η γυναίκα με τον Τζέιμι και πώς τον μεγάλωσε σα να ήταν παιδί της, εκπαιδεύοντάς τον σε όσα λίγα γνώριζε εκείνη στην αρχή κι έπειτα παίρνοντάς τον μαζί της κάθε μέρα στο σχολείο της ιεραποστολής. Ήταν πολλά τα πράγματα που δεν μπορούσε να μάθει ο Τζέιμι ως πιθηκάκι, όμως ήταν ακόμα περισσότερα αυτά τα οποία τελικά είχε καταφέρει χάρη στη φροντίδα και την αφοσίωση της «μαμάς» και των δασκάλων του.

Βέβαια ο Λούκας αυτό ειδικά το τελευταίο δυσκολευόταν να το επεξεργαστεί – η λογική του τον εγκατέλειπε κάθε φορά που αναρωτιόταν γιατί η Τζέινι του δεν είχε επιδείξει ανάλογη έφεση. Ποτέ του δεν έμαθε ότι όσο περίμεναν στη σάλα το γιατρό για να του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες, η Τζέινι παρατηρούσε με λαχτάρα τον Τζέιμι να παίζει, και προσπαθώντας να τον μιμηθεί, κατάφερε να παίξει μεμιάς την πρώτη της μελωδία. Κάποιοι λένε ότι ήταν μια μικρή παραφωνία σε ό,τι ήδη έπαιζε σαν συνοδεία ο Τζέιμι. Άλλοι είπαν ότι ήταν ένα παιδικό τραγούδι που είχαν ακούσει κάποτε. Οι δικές μου πηγές λένε ότι το ντουέτο με το οποίο ξεπροβόδισαν τα δύο πιθηκάκια τον Πειρατή μας εκείνο το βράδυ για το νοσοκομείο δεν ήταν άλλο από το «Goodbye Blues» των Mills Brothers

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s