Άμμος

Όταν η ηλικιωμένη φουρνάρισσα του χωριού σε μία συζήτησή τους άρχισε να εξιστορεί πόσο ανυπόφορος και δύσκολος είχε γίνει ο μακαρίτης ο άντρας της στο τέλος της ζωής του, ο μάγος Σέραντ της θύμισε όλους τους δύσκολους ανθρώπους που έλαχαν στη ζωή της, και της είπε ότι οι άνθρωποι αυτοί δε δυσκόλευαν την ίδια, αλλά ένα βρέφος που ήθελε καθετί που επιθυμούσε να το έχει στη στιγμή, ένα βρέφος που δεν είχε μάθει ακόμα να περιμένει και να προσπαθεί για όσα αγαπούσε.

Όταν ο ένας από τους τρεις ιερωμένους της μικρής πέτρινης εκκλησίτσας στις παρυφές του χωριού μια φορά επεδίωξε να αντιπαρατεθεί μαζί του σε θέματα φιλοσοφικά και θρησκευτικά, επιδεικνύοντας τις θαυμαστές τους γνώσεις, την παιδεία και την καλλιέργειά του, ο μάγος Σέραντ, αφού τον άκουσε με σεβασμό και προσοχή, όπως συνήθως έκανε, του είπε ότι δεν μπορούσε ούτε να συμφωνήσει, ούτε να διαφωνήσει με όσα είχε ακούσει, γιατί η τόσο βαθιά μελέτη όλων των ζητημάτων που απασχολούσαν τον ιερωμένο – για τη φύση του ανθρώπινου πνεύματος, για την ταυτότητα του καλού ανθρώπου, για την επιβεβαίωση της αλήθειας του δόγματός του έναντι των υπολοίπων – όλα αυτά τα χρόνια δεν είχε γίνει από τον ίδιο, αλλά από ένα βρέφος, το οποίο όσο τίποτα άλλο φοβόταν το Θάνατο.

«[…] είσαι πλέον ο μόνος που μπορεί να με βοηθήσει…» Ο Θάνατος έγνεψε αργά – είχε καταλάβει.

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα ο Σέραντ κατάφερε να γίνει ο πιο αντιπαθής και ο πιο ανεπιθύμητος επισκέπτης του χωριού. Δεν άργησε να έρθει η εποχή που, μόλις άκουγαν τη φωνή του στην πλατεία, οι ντόπιοι άρχισαν να απομακρύνονται από αυτήν με δικαιολογίες για δουλειές που τάχα είχαν αλλού και ψεύτικες αδιαθεσίες που τους οδηγούσαν πίσω στα σπίτια τους. Σε λίγο ακόμα καιρό, με το που διέκριναν τη μορφή του Σέραντ να πλησιάζει από μακριά, οι χωρικοί κλειδαμπαρώνονταν στα σπίτια τους, για να μη βρει κανέναν και να φύγει. Ώσπου μια μέρα αποφάσισαν ότι δε θα επέτρεπαν πια άλλο στο μάγο να επηρεάζει την καθημερινότητά τους με τις μισητές επισκέψεις του: Μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία, μόλις τον είδαν να πλησιάζει, και με αποδοκιμασίες, χειρονομίες και χλεύη τον έδιωξαν από το χωριό τους κλοτσηδόν…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s