Ο Δρόμος με τα Πλατάνια

«Ξαναπέρασα από εκεί στο τελευταίο μου ταξίδι, ξέρεις,» συνεχίζει την αφήγησή της μετά από λίγες στιγμές σκεφτικής σιωπής, «στο Δρόμο με τα Πλατάνια… Τα γύρω μαγαζιά έχουν αλλάξει· επιχειρήσεις, περιουσίες, δουλειές, είχαν έρθει περαστικές, έφυγαν, και μετά ήρθαν άλλες, για να φύγουν κι αυτές, κυνηγημένες από κάποια καινούρια κρίση ίσως; Με τη ζήτησή τους ανελέητα φθαρμένη από το Χρόνο; Με τις οικογένειες που τις έτρεφαν διαλυμένες; Διασκορπισμένες; Αδιάφορες; Είναι λάθος, ξέρεις, αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι άνθρωποι, ότι δηλαδή οι επιχειρήσεις τρέφουν τις οικογένειες. Οι οικογένειες τρέφουν τις επιχειρήσεις. Περίεργο δεν είναι;»

Σκέφτομαι αναπόφευκτα τις δικές της επιχειρήσεις κι είμαι σίγουρο ότι κι εκείνη στη σύντομη παύση που ακολουθεί εκεί έχει στείλει και τις δικές τις σκέψεις. Στις επιχειρήσεις της, στα αξιολάτρευτα παιδάκια της, στο Χρήστο, το δραστήριο αλλά και αφοσιωμένο σύζυγό της. Αναρωτιέται μάλλον τι θα είχαν απογίνει οι επιχειρηματικές της προσπάθειες αν η οικογένειά της ήταν κάπως αλλιώς. Και σκέφτεται τι θ’ απογίνουν, όταν τα παιδιά μεγαλώσουν και φύγουν, αν κάποιο από αυτά θελήσει να τις αναλάβει, αν θα επιζήσουν… Για τα παιδιά της δεν αμφιβάλλει τόσο, μου λέει πως οι άνθρωποι πάντα βρίσκουν τον τρόπο, βρίσκουν λύσεις, επιβιώνουν, εξελίσσονται όπως μια επιχείρηση ποτέ δε θα μπορούσε. Περίεργο δεν είναι;

Δεν είχα πολλές μέρες περασμένες στη ζωή μου, για να κοιτάξω πίσω.

«Ήταν μια γλυκιά βραδιά και θα βρισκόμουν εκεί κοντά με κάτι υποψήφιους συνεργάτες για ένα ποτό. Περπάτησα αργά το Δρόμο πάνω κάτω, μια φορά σε κάθε πεζοδρόμιο. Είχα μια πολύ αγαπημένη γειτόνισσα τότε, μια ηλικιωμένη ήδη κυρία – με την πρώτη κουβέντα που σου έλεγε, έμπαινε στην καρδιά σου· νομίζω δεν έχω ξανασυναντήσει τόσο αξιαγάπητο άνθρωπο! Πήγα, που λες, στην είσοδο της οικοδομής που μέναμε κι άρχισα να ψάχνω γνώριμα ονόματα στο καντράν με τα θυροτηλέφωνα. Κανένα δεν αναγνώρισα, παρά μόνο το δικό της. Παραλίγο να αργήσω – όμως το πιστεύεις; Ζει ακόμα και μένει εκεί!»

Χαζεύω το πλατύ της χαμόγελο καθώς μιλάει για την ηλικιωμένη κυρία, και δεν απορώ. Εξάλλου η Χριστίνα στη ζωή της έμαθε να μη φοβάται να δείξει τα δόντια της, είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο. Αφού πιει άλλη μία, γεμάτη αυτή τη φορά γουλιά από το τσάι της, συνεχίζει: «Και το κατάστημα ρούχων στη γωνία, που το είχε η μητέρα εκείνης της συμμαθήτριάς μου στο Λύκειο… Κι αυτό ακόμα εκεί ήταν! Μόνο που αντί για το όνομα της μητέρας της η ταμπέλα πλέον έχει το δικό της όνομα. Ποιος ξέρει πού πήγε όταν έφυγε, ποιος ξέρει πότε γύρισε… Εκείνοι που έμειναν για πάντα εκεί παρέα πάλι με όσους έφυγαν και ξαναγύρισαν – κι εγώ που έμεινα μακριά να τους κοιτάζω από απόσταση και να τους ζηλεύω… Περίεργο δεν είναι;»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s