Οι Τρεις Πένες

Τον Χριστόφορο όλοι τον γνωρίζουν. Είναι ίσως από τους πιο καταξιωμένους δημοσιογράφους και συγγραφείς της γενιάς του. «Παλιάς κοπής», θα μπορούσε να πει κανείς, ακόμα και σήμερα δυσκολεύεται να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του και να μοιραστεί πληροφορίες με το πληκτρολόγιο. Κάθε είδηση, κάθε ιστορία, κάθε ανάμνηση του Χριστόφορου γεννιέται από το μελάνι μιας πένας.

Η πένα αυτή είναι η μόνη που του έχει μείνει από το σετ που του είχε κάνει δώρο στην αποφοίτησή του από τη σχολή κάποιος φίλος του, το όνομα του οποίου ποτέ δεν έμαθε. Απλώς ήταν κι αυτό το δώρο στοιβαγμένο μαζί με άλλα μετά την τελετή στο γιορτινό τραπέζι στο οποίο είχε προσκαλέσει την παρέα του, μόνο που σε αντίθεση με τα άλλα πακέτα, από αυτό έλειπε και κάρτα και όνομα.

[…]σύντομα ο Χριστόφορος άρχισε να βλέπει την πένα του σα μια φίλη από το πουθενά, η οποία ήταν εκεί κάθε στιγμή, για να του τονώνει την αυτοπεποίθηση και να του παρουσιάζει τον εαυτό του με τρόπους που ούτε ο ίδιος ούτε κανείς άλλος έβλεπε…

«Τη μισώ αυτή την πένα,» μου είχε πει μια μέρα. «Μακάρι να είχε σπάσει αυτή κι όχι οι άλλες δύο. Δεν ξέρω γιατί έπρεπε να μου μείνει αυτή αμανάτι από όλο το σετ!» Κι ίσως είχε δίκιο, αν αναλογιστεί κανείς τι πένες ήταν οι άλλες δύο. Κι εγώ ο ίδιος νόμιζα ότι με κορόιδευε, όταν μου μιλούσε γι’ αυτές, παρόλο που γνωρίζω καλύτερα απ’ τον καθένα ότι ο Χριστόφορος και ειλικρινής είναι και έχει απολύτως σώας τας φρένας.

Οι πένες του σετ ήταν τρεις και έμοιαζαν ολόιδιες. Την πρώτη ξεκίνησε να τη χρησιμοποιεί περίπου την περίοδο που είχε ξεκινήσει να δουλεύει πάνω στη διδακτορική του διατριβή. Στεκόταν σταθερή ανάμεσα στα δάχτυλά του και γλιστρούσε πάνω στο χαρτί με αβίαστη κομψότητα. Ώσπου μια μέρα, εκεί που άνοιγε τα κιτάπια του για να συνεχίσει το γράψιο της προηγούμενης, ο Χριστόφορος είδε κάτω από την τελευταία αράδα με ξένο γραφικό χαρακτήρα γραμμένη αυτή τη φράση: «Καλημέρα, Χριστόφορε! Στις ομορφιές σου σήμερα, όπως πάντα! Ξεκινάμε;» Ντροπαλός και ψιλοακοινώνητος όπως ήταν ο Χριστόφορος τότε, γέλασε με την καρδιά του διαβάζοντάς τη. Γέλασε από αμηχανία, γέλασε με το απίστευτο για κείνον κομπλιμέντο, και τέλος γέλασε με τον εαυτό του που, αντί να ανησυχήσει για το ποιος άλλος θα μπορούσε να χρησιμοποιεί την πένα και τα τετράδιά του, απλώς το διασκέδαζε. Μόνο όταν, εξουθενωμένος και νυσταγμένος 14 ώρες αργότερα είδε την πένα να σχηματίζει τη φράση «ας μην κουράσουμε άλλο το πανέξυπνο μυαλό σου, και αύριο μέρα είναι…» συνειδητοποίησε ότι η πένα του δεν ήταν μια συνηθισμένη πένα…

Ο Πειρατής και το Πιάνο

Λένε πως οι καλύτεροι κυνηγοί του κόσμου δεν πιάνουν άγρια λιοντάρια, πολύχρωμα εξωτικά πουλιά και πελώριες φάλαινες. Λένε ότι οι καλύτεροι κυνηγοί του κόσμου πιάνουν τα όνειρά τους.

Η ιστορία που θα σας πω όμως σήμερα δε μιλάει για έναν κυνηγό, αλλά για έναν Πειρατή. Ο Πειρατής μας λέγεται Λούκας, και το καράβι του είναι ένα από τα ομορφότερα και συνάμα τρομερότερα καράβια που έχουν ποτέ φιλοξενήσει οι ωκεανοί! Είναι καμωμένο με το πιο γερό ξύλο που υπάρχει, κι αν αυτό δε σας εντυπωσιάζει, πού να δείτε την καμπίνα του Καπετάνιου!

Η καμπίνα του Λούκα είναι σα θησαυροφυλάκιο. Και τι δεν έχει μέσα: Παλιά σεντούκια με χρυσά και ασημένια σκεύη που ξέθαψε από τους βυθούς, εντυπωσιακά κοσμήματα στολισμένα με πολύχρωμα πετράδια, που τα βρήκε σε κρυψώνες δίπλα στο κύμα, συλλογές από αστραφτερά μπιχλιμπίδια που τα έκλεψε για κείνον η θάλασσα και του τα χάρισε στα πάμπολλα ταξίδια του… Όλα ομορφα τακτοποιημένα σε θήκες, ντουλάπια με βιτρίνες και ράφια σε κάθε γωνιά και κάθε τοίχο της καμπίνας του, ώστε να μπορεί να τα θαυμάζει από την αναπαυτική του πολυθρόνα πίνοντας ρούμι.Αυτή η καμπίνα λοιπόν ήταν ένας μικρός παράδεισος για το Λούκα. Ήταν το μέρος όπου χαλάρωνε μετά από μια κουραστική μέρα γεμάτη μάχες και πλιάτσικα. Ήταν το μέρος όπου έβρισκε γαλήνη κι ηρεμία, όταν κόπαζαν οι φουρτούνες κι οι θύελλες. Ήταν η φωλιά του.

Μακάρι να υπήρχαν λέξεις για να περιγράψουν την άγρια χαρά που πλημμύρισε το Λούκα, όταν κατάλαβε τι ήταν ο θησαυρός που είχε στα χέρια του.

Περνούσε όμως ο καιρός, κι όπως είναι πάντα γραφτό να συμβαίνει, ήρθε και η μέρα που ο Λούκας ανακάλυψε έναν θησαυρό αλλιώτικο από τους άλλους. Είχε σαλπάρει από νωρίς για μια συστάδα βράχων στη μέση του πελάγους, όχι πολύ μακριά από το αγκυροβόλι του, πεπεισμένος ότι οι σπηλιές που τόσους αιώνες σκάλιζε πάνω τους το κύμα θα ήταν γεμάτες πολύτιμες εκπλήξεις. Βουτώντας λοιπόν αχόρταγα στα παγωμένα νερά έψαχνε…Και ψάχνοντας τον πρόλαβε, βιαστική καθώς είναι, η νύχτα του χειμώνα. Και μέσα στο σκοτάδι κολυμπώντας σε σπηλιές δίχως οροφή και σπηλιές δίχως πυθμένα τελικά το είδε: Ένα χλωμό λαμπύρισμα ζωγράφιζε χρυσούς ιστούς στο νερό… Τι μπορεί να ήταν;

Η Κηροποιός

Εκείνο το χιονισμένο πρωί του Δεκέμβρη για πρώτη φορά μετά από εξήντα πέντε χρόνια το κηροπωλείο της κυρα-Λένας ήταν κλειστό. Τι να της είχε συμβεί άραγε; Οι περαστικοί κοιτούσαν την κλειδωμένη πόρτα και τα κατεβασμένα στόρια, κοντοστέκονταν μια στιγμή μπροστά στο ασυνήθιστο θέαμα, κι αμέσως μετά συνέχιζαν το δρόμο τους.

Κατά βάθος όμως όλοι ανησυχούσαν για την κυρα-Λένα. Η γριούλα ήταν πάνω από ενενήντα χρονών, κι όλη της τη ζωή την περνούσε πλάθοντας κεριά στο μικρό της μαγαζάκι, το οποίο δεν έκλεινε ποτέ. Η μόνη μέρα που είχε μείνει κλειστό, ήταν εκείνη που κήδεψε το μοναχογιό της λίγα χρόνια νωρίτερα.

Είχε κρατήσει το κηροπωλείο ανοιχτό μέχρι αργά, ώσπου όλοι οι φίλοι της να προλάβουν να περάσουν από εκεί και να πάρουν ό,τι είχε απομείνει.

Τα κεριά της κυρα-Λένας είχαν μεγάλη ιστορία στη μικρή κωμόπολη, κι από στόμα σε στόμα η φήμη τους είχε εξαπλωθεί στις γύρω πόλεις. Δεν έπλαθε μόνο κεριά για τις εκκλησιές και για τις θρησκευτικές τελετουργίες των πιστών. Έφτιαχνε μικρά και μεγάλα κομψοτεχνήματα, χρησιμοποιώντας τα καλύτερα υλικά: Κεριά πλασμένα με αποστάγματα φυτών και καρπών, κεριά διακοσμημένα με αποξηραμένα άνθη, εντυπωσιακές πέτρες και μπαχαρικά, κεριά που μοσχοβολούσαν από δρόμους μακριά, κεριά χρωματισμένα, με τα οποία «ζωγράφιζε» τεράστιες πλάκες ικανές να καλύψουν τοίχους ολόκληρους, κεριά που θα μπορούσαν να στολίσουν παλάτια.

Τα Εγώπτερα

Πάνε πολλές δεκαετίες που η επιστήμη πασχίζει να εξηγήσει πέρα από κάθε αμφιβολία την αιτία που οδήγησε στην εξαφάνιση των δεινοσαύρων. Τολμώ μάλιστα να πω ότι η οριστική απάντηση θα αργήσει να δοθεί, καθώς ακόμα οι έρευνές της δεν την έχουν οδηγήσει καν στην ανακάλυψη των εγώπτερων.

Το πρώτο εγώπτερο εμφανίστηκε την περίοδο ακμής των πτεροδάκτυλων δεινοσαύρων ως ατυχής μετάλλαξη. Μεγάλος ήταν ο προβληματισμός που προκλήθηκε από την εμφάνισή του μεταξύ των ομοειδών του και πολλές οι πηγές του κακού που αναζητήθηκαν από τους σύγχρονούς του δεινοφιλοσόφους: Έφταιγε μήπως η κακή διατροφή των γονιών; Έφταιγε ο τρόπος με τον οποίο είχαν μεγαλώσει το πρώτο εγώπτερο, το μικρό τους πριγκιπόπουλο που δεύτερο στον κόσμο δεν υπήρχε; Μήπως απλώς είχε έρθει το άγραφο πλήρωμα κάποιου χρόνου;

Μπορούσαν πλέον να κοιμούνται ήσυχοι ότι το εγώπτερό τους θα πετύχαινε τα πάντα στη ζωή του, δε θα πιανόταν ποτέ κορόιδο και θα έβγαινε πάντα αλώβητος νικητής!

Παράλληλα με τον παραπάνω προβληματισμό αναπτύχθηκαν νέες προσεγγίσεις στην εκπαίδευση των μικρών πτεροδάκτυλων, ώστε να εξασφαλιστεί η ανεμπόδιστη ένταξη του μικρού εγώπτερου στην ομάδα τους και η ισότιμη αντιμετώπισή του στο σχολικό γίγνεσθαι. Το μικρό εγώπτερο, το οποίο οι γονείς του ονόμασαν Γωγώ, γρήγορα έκανε πολλούς φίλους, καθώς είχε μεγάλο ταλέντο στο να ψυχαγωγεί με τα καμώματά του τα άλλα μικρά πτεροδάχτυλα, παρόλο που μέρα με τη μέρα ανακάλυπτε συνεχώς ότι δεν γνώριζε και δεν μπορούσε εκ γενετής τα πάντα. Έκρυβε όμως τις αδυναμίες του αποτελεσματικά, αψηφούσε πεισματικά ο,τιδήποτε μπορούσε να απειλήσει την αυτοεικόνα του και συνέχιζε να διεκδικεί ασταμάτητα προσοχή, αποδοχή και θαυμασμό.

Το Παγόνι στο Βάλτο

Είναι περίεργα τα ταξίδια της ζωής, κι από τα πιο περίεργα ήταν αυτό που έφερε το πανέμορφο Παγόνι στο Βάλτο.

Ούτε το ίδιο του δε θυμάται πώς βρέθηκε εκεί και πόσο καιρό έχει μείνει στα βρώμικα λημέρια του. Όταν ήταν μικρό ακόμα άκουγε για το Βάλτο από τα άλλα ζώα του Δάσους – μπορούσε σχεδόν ν’ αγγίξει τη φρίκη στη φωνή τους, όταν μιλούσαν γι’ αυτόν, και τον οίκτο κάθε φορά που μνημόνευαν τα άλλα ζώα, που ήταν καταδικασμένα να ζουν εκεί.

«Γιατί, μαμά, κάποια ζώα πρέπει να ζουν στο βαλτότοπο;» είχε ρωτήσει κάποτε το μικρό τότε Παγόνι τη μητέρα του.
«Κανείς δε γνωρίζει, αγάπη μου… Κάποια ζώα γεννιούνται εκεί, άλλα γεννιούνται εδώ, μα κάποια στιγμή χάνονται… Κι υπάρχουν και κάποια ζώα που έρχονται σ’ εμάς από το πουθενά – αυτά πρέπει να είναι παιδιά του Βάλτου, όμως ποτέ δεν το ομολογούν, ποτέ δε μας λένε από πού ήρθαν…»

Ξέρω πόσο ζουν τα Παγόνια, εγώ όμως δεν είμαι πλέον Παγόνι. Πόσος χρόνος άραγε να μου μένει;

Το πιο σεβάσμιο και σοφό ζώο στο Δάσος εκείνη την εποχή ήταν ένας Γερόλυκος. Είχε ζήσει περισσότερο από κάθε άλλο λύκο της φυλής του, κι όλοι τον θαύμαζαν για την πραότητα της ψυχής και τη διαύγεια του μυαλού του. Αυτό όμως που θαύμαζαν περισσότερο σ’ εκείνον ήταν τα συχνά ταξίδια του στην Αντίπερα Όχθη του Βάλτου. «Δεν είναι ποτέ τόσο μακρύς ο δρόμος, όσο φαντάζεστε,» τους διηγιόταν κάθε φορά που επέστρεφε. «Και μόλις περάσεις το Βάλτο και φτάσεις απέναντι, η ομορφιά που αντικρύζεις κάνει το σπίτι μας εδώ να μοιάζει με φτωχό καλυβάκι…»

Ο Σεργκέι και το Δέντρο

Στο χωριό του Μπέλλεκ δεν έτυχε να πάω ποτέ. Μόνο από κοινούς φίλους και γνωστούς έχω ακούσει πόσο όμορφο είναι. Κι αν δεν το είχα ακουστά για την ομορφιά του, θα το γνώριζα για την τεράστια παραγωγή ξυλείας, στην οποία οφείλει την ευημερία του, αλλά ίσως ακόμα περισσότερο για το Δέντρο, το οποίο οι ντόπιοι προστατεύουν σαν κόρη οφθαλμού και οι επισκέπτες θαυμάζουν απορώντας…Παλιότερα οι ντόπιοι πίστευαν ότι το Δέντρο ήταν δώρο των θεών. Σήμερα πιστεύουν ότι αν ποτέ χρειαστούν θεούς, το Δέντρο είναι αυτό που θα τους τους δώσει.

Το αξιοθαύμαστο με το Δέντρο αυτό είναι ότι ποτέ δεν ξέρεις τι καρπό θα δώσει. Τα πρώτα χρόνια οι χωρικοί νόμιζαν ότι διάλεγε τους καρπούς που θα έδινε τυχαία, όμως τελικά συνειδητοποίησαν ότι κάθε χρονιά τους χάριζε ό,τι επρόκειτο άλλες συγκυρίες εκείνη την εποχή να τους στερήσουν. Όταν, για παράδειγμα, ο βαρύς χειμώνας του 1892 κατέστρεψε σχεδόν όλες τις κερασιές της περιοχής, το Δέντρο είχε δώσει τόσα κεράσια στο χωριό, που κανείς δεν ένιωσε την έλλειψή τους.

Σε δύο μήνες ο Σεργκέι και η οικογένειά του είχαν εδραιωθεί στη συνείδηση όλων ως οι καλύτεροι σύμμαχοι του χωριού προς την ευημερία, και δεν άργησε ο μικρός φίλος του Μπέλλεκ να οριστεί επίτιμο μέλος της Συνέλευσης με δικαίωμα ψήφου…

Όταν λοιπόν ο Μπέλλεκ ήταν ακόμα παιδί, πριν μάθει καλά-καλά να μιλάει, κι ενώ μια μέρα έπαιζε ανέμελα στο δάσος κλοτσώντας και κυνηγώντας στους κατήφορους πέτρες και καρύδια, άκουσε πίσω του μια άγρια και βροντερή φωνή να του λέει:
«Έι, κλεφτρόνι! Τα καρύδια που σκορπάς είναι δικά μου! Φέρ’ τα πίσω αμέσως και δίνε του, πριν σε κάνουμε τόπι στο ξύλο εγώ κι η οικογένειά μου!»